Skip to main content

Με λένε Γιώργο, όχι Αντρέα...

spanbarzt

Ο Βασίλης Σπανούλης είναι ένας άνθρωπος με έντονη προσωπικότητα. Θέλει να βγαίνει μπροστά, να ηγείται, να πρωταγωνιστεί. Τον βοηθά σε αυτό και το γεγονός ότι είναι ένας παίκτης παγκόσμιας κλάσης, ένας από τους καλύτερους της Ευρώπης. Παίκτης του μπάσκετ, όχι του… τένις.

 

Τι σημαίνει αυτό; Ότι όσο μεγάλες ικανότητες κι αν διαθέτει, όσο μπολιασμένος με νοοτροπία νικητή κι αν είναι, δεν μπορεί να κερδίζει ή να χάνει παιχνίδια μόνος του. Διότι το μπάσκετ είναι ομαδικό άθλημα. Και τα αποτελέσματα της ομάδας εξαρτώνται από τη λειτουργία του συνόλου, η οποία με τη σειρά της εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίον οι μονάδες είναι ενταγμένες σε αυτό και τον τρόπο με τον οποίον γίνεται η διαχείρισή τους.

Αυτή είναι δουλειά του προπονητή. Και δεν είναι εύκολη. Διότι άλλου είδους διαχείριση απαιτούν ο Αγραβάνης και ο Παπαπέτρου, που είναι νέοι, άβγαλτοι και ακόμα μαθαίνουν, και άλλου είδους ο Σπανούλης, που είναι φτασμένος, εγωιστής (όχι με την κακή έννοια…) και έχει κερδίσει με τα κατορθώματά του στα γήπεδα τόσα χρόνια το δικαίωμα να παίζει πολύ και να (θέλει να) πρωταγωνιστεί στα δύσκολα. Το ζητούμενο, ωστόσο, παραμένει ένα. Η εύρυθμη λειτουργία της ομάδας. Και το καλό αποτέλεσμα φυσικά.

Αυτό είναι το πιο μεγάλο επίτευγμα του Γιώργου Μπαρτζώκα τον περίπου 1,5 χρόνο που κάθεται στον πάγκο του Ολυμπιακού. Έχει διατηρήσει τον ηγετικό ρόλο του Σπανούλη στην ομάδα, δίχως όμως να του παραδώσει τα κλειδιά της. Αυτά τα κρατάει ο ίδιος. Ο Σπανούλης εξακολουθεί να είναι ο αρχηγός της ομάδας, ο παίκτης που εμπνέει τους υπόλοιπους, αυτός γύρω από τον οποίον είναι δομημένο σημαντικό κομμάτι του παιχνιδιού, παίζει όμως, όσο χρειάζεται. Κερδίζει το χρόνο συμμετοχής του κι αυτός, όπως όλοι οι άλλοι, με βάση την απόδοσή του και όχι το όνομά του. Κι αυτό το αποφασίζει ο προπονητής.

Την Πέμπτη ο Μπαρτζώκας πήρε ένα ρίσκο, που ενδεχομένως οι περισσότεροι προπονητές δεν θα έπαιρναν. Σε ένα παιχνίδι που κρίθηκε στις λεπτομέρειες επέλεξε να παίξει στο τελευταίο πεντάλεπτο χωρίς τον ηγέτη και ποιοτικότερο παίκτη της ομάδας του, ο οποίος όμως ήταν σε κακή βραδιά. Κανείς δεν θα του έλεγε τίποτα αν τον κρατούσε στο παρκέ, ακόμα κι αν έχανε. Στο κάτω κάτω για τα δύσκολα υποτίθεται ότι θέλεις τους μεγάλους παίκτες. Όμως ο Μπαρτζώκας δεν έκανε πολιτική. Επραξε όπως νόμισε ότι έπρεπε να πράξει υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις. Και δικαιώθηκε. Ο Ολυμπιακός χωρίς τον Σπανούλη έκανε σερί 9-0 και έφτασε εν τέλει στη νίκη.

Δεν ήταν μάλιστα η πρώτη φορά που έκανε κάτι τέτοιο ο προπονητής του Ολυμπιακού. Το είχε κάνει και τον περασμένο Απρίλιο στην Κωνσταντινούπολη στον αγώνα των πλέι οφ της Ευρωλίγκας με την Εφές, το έκανε και στο ντέρμπι της πρεμιέρας του φετινού πρωταθλήματος με τον Παναθηναϊκό και δικαιώθηκε και στις δύο περιπτώσεις παρότι το παιχνίδι με την Εφές το έχασε. Έχει πετύχει κατ’ αυτόν τον τρόπο δύο βασικά πράγματα:

α) Κανείς παίκτης δεν μπορεί να τον κατηγορήσει για διακρίσεις και άδικη μεταχείριση, επομένως έχει εδραιώσει το απαραίτητο αίσθημα δικαιοσύνης στα αποδυτήρια και β) ο Ολυμπιακός εξακολουθεί να είναι σε μεγάλο βαθμό η «ομάδα του Σπανούλη» δίχως να εξαρτάται από τον Σπανούλη. Ο κομβικός ρόλος του δεν αμφισβητείται, όμως πλέον ο Ολυμπιακός δεν παθαίνει… πλημμύρα όταν ο Σπανούλης κάθεται στον πάγκο. Αντίθετα έχει μάθει να παίζει και να κερδίζει ακόμα και χωρίς αυτόν. Πράγμα που τον κάνει ακόμα πιο επικίνδυνο.

Και διαφορετικό από την Εθνική μας, όπως αυτή παρουσιάστηκε στο Ευρωμπάσκετ της Σλοβενίας. Μια ομάδα που είχε αντίστοιχα χαρακτηριστικά με τον Ολυμπιακό (ρόστερ γεμάτο ποιοτικούς παίκτες και τον Σπανούλη ως κεντρική φυσιογνωμία της), αλλά σε αντίθεση με τον Ολυμπιακό απέτυχε παταγωδώς. Διότι ο προπονητής δεν διαχειρίστηκε σωστά το υλικό που είχε στα χέρια του, υπερτόνισε τον ηγετικό ρόλο του Σπανούλη και ουσιαστικά τον έβαλε πάνω από την ίδια την ομάδα.

Ο... καταραμένος αγώνας με τη Φινλανδία αποτελεί το καλύτερο παράδειγμα. Ο Σπανούλης προερχόταν από τραυματισμό, ήταν εμφανές πως δεν πατούσε καλά στα πόδια του, δεν μπορούσε να βοηθήσει σύμφωνα με την αξία του και όπως φανερώνουν τα 7 λάθη που έκανε, σε πολλές περιπτώσεις ήταν επιζήμιος για την ομάδα. Παρ’ όλα αυτά ο Αντρέα Τρινκέρι τον κράτησε στο παρκέ για 33 ολόκληρα λεπτά. Επειδή ήταν ο ηγέτης και ως εκ τούτου έπρεπε οπωσδήποτε να συνεχίσει να παίζει λες και έπρεπε να συμπληρώσει… εργατοώρες. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό.

Την Πέμπτη ο Σπανούλης βρέθηκε επίσης σε κακή μέρα, αλλά έπαιξε όλα κι όλα 24 λεπτά και καθόλου στο τελευταίο πεντάλεπτο. Διότι ακόμα και αν είναι ο ηγέτης, δεν μπορεί να υπερβεί την ομάδα και το συμφέρον της. Το οποίο τη δεδομένη στιγμή και υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες απαιτούσε να καθήσει στον πάγκο και να "καθαρίσουν" άλλοι. Το αποτέλεσμα είναι επίσης γνωστό…