Κι όμως, ο ελέφαντας δεν πετάει

Στην ερώτηση αν πετάει ο ελέφαντας, το παλιό ανέκδοτο απαντά «αφού το γράφει ο Ριζοσπάστης, τότε πετάει»! Διακωμωδεί κατ’ αυτό τον τρόπο τους πάσης φύσεως και πολιτικής τοποθετήσεως προπαγανδιστές (αλλά και όσους τους ακούν και τους εμπιστεύονται τυφλά), που αφενός δεν διστάζουν να βαφτίσουν τη νύχτα μέρα προκειμένου να πείσουν για την ορθότητα των θέσεών τους και να επιτύχουν την επιβολή τους και αφετέρου ρίχνουν στο πυρ το εξώτερον όσους έχουν αντίθετη άποψη.
Ο Γιώργος Βασιλακόπουλος είναι ένας πολύ έμπειρος παράγοντας και πολιτικός άνδρας εν γένει, που γνωρίζει όσο ελάχιστοι στο χώρο του αθλητισμού να χρησιμοποιεί το λόγο προς όφελός του. Ποτέ δε μιλάει στην τύχη, τίποτα απ’ όσα λέει δημοσίως δεν είναι απροσχεδίαστο. Έχοντας πλήρη επίγνωση της θέσης και της ισχύος του στο ελληνικό μπάσκετ και βλέποντας ότι η επιλογή του Αντρέα Τρινκέρι για τον πάγκο της Εθνικής ομάδας συγκέντρωσε αρκετά επικριτικά σχόλια, έσπευσε, προκειμένου να στηρίξει αυτή την επιλογή, να μας πείσει ότι… ο γάιδαρος πετάει!
Βάφτισε τον Τρινκέρι «Ευρωπαίο» και χαρακτήρισε ανόητους όσους λένε ότι είναι «ξένος», καθώς προφανώς στις μέρες μας οι έννοιες «ξένος» και «αλλοδαπός» έχουν αποκτήσει αρνητική χροιά και δεν είναι πολιτικώς ορθές. Με αυτό τον τρόπο εξομοίωσε τον Ιταλό με τους Έλληνες Κατσικάρη, Γιαννάκη, Μίσσα κλπ, που επίσης είναι Ευρωπαίοι, τους ενέταξε όλους στη μεγάλη ευρωπαϊκή σχολή προπονητών και καθώς το ελληνικό μπάσκετ είναι κομμάτι του ευρωπαϊκού μπάσκετ, τότε δεν υπάρχει καμία αναντιστοιχία μεταξύ λόγων και έργων της ελληνικής ομοσπονδίας. Παρά την περί του αντιθέτου κριτική εναντίον της, η ΕΟΚ δεν προσέλαβε «ξένο» προπονητή!
Το παιχνίδι με τις λέξεις, βέβαια, έχει νόημα όταν παίζεις… σκραμπλ. Όταν πρέπει να εξετάσεις ένα ζήτημα ή να πάρεις μια απόφαση, εκείνο που μετράει είναι η ουσία. Ο Αντρέα Τρινκέρι έχει την ιταλική υπηκοότητα, άρα είναι ξένος ως προς τους Έλληνες. Και τύποις, αλλά και ουσία, καθότι δεν έχει ζήσει ποτέ στην Ελλάδα και δεν γνωρίζει τη νοοτροπία και τις συνήθειες των κατοίκων της. Όμως αυτό δεν είναι κακό. Στην πραγματικότητα δεν έπρεπε καν να τεθεί ως ζήτημα ενόψει της επιλογής του νέου ομοσπονδιακού προπονητή. Ούτε από αυτούς που το έθεσαν σπεύδοντας να υπερασπιστούν τους Έλληνες προπονητές ούτε από τον Γιώργο Βασιλακόπουλο, που το συνέχισε.
Η εθνικότητα του ομοσπονδιακού προπονητή δεν εγγυάται επιτυχίες για την Εθνική ομάδα. Ούτε καν οι ικανότητες, η κατάρτιση, το παρελθόν και οι φιλοδοξίες του αποτελούν εχέγγυα. Στο κάτω κάτω μόνο καλός μπορεί να είναι ο προπονητής που θα έρθει να δουλέψει σε μια τόσο ισχυρή και διεθνώς προβεβλημένη εθνική ομάδα, όπως είναι η ελληνική. Η στρατηγική επιλογή που παίζει τον πιο βασικό ρόλο και έχει γίνει εδώ και καιρό από την ομοσπονδία, δεν αφορά το πρόσωπο του προπονητή, αλλά τη μορφή της συνεργασίας μαζί του. Με άλλα λόγια, πολυετής και εγγυημένη απασχόληση, έστω και part time, ή βραχύβια και… βλέπουμε;
Τα τελευταία χρόνια η ΕΟΚ έχει επιλέξει να προσλαμβάνει προπονητές με μόλις διετή δέσμευση, που κι αυτή δεν είναι ξεκάθαρη, αφού μετά τον πρώτο χρόνο υπάρχει συνήθως πρόβλεψη αναθεώρησης (όπως λέγεται ότι υπάρχει και στην περίπτωση του Τρινκέρι). Έτσι, διατηρεί η ίδια τη δυνατότητα να ρίχνει το βάρος της πρώτης αποτυχίας στον προπονητή εξοβελίζοντάς τον. Όπως έκανε με τον Καζλάουσκας μετά την αποτυχία στο Μουντομπάσκετ του 2010 και παρότι ένα χρόνο πριν ο ίδιος προπονητής με την ίδια ομάδα είχε κατακτήσει το χάλκινο μετάλλιο στο Ευρωμπάσκετ. Όπως έκανε με τον Ζούρο μετά τον εφιάλτη του προολυμπιακού τουρνουά του περασμένου καλοκαιριού. Όπως ενδεχομένως να κάνει και με τον νέο ομοσπονδιακό τον Σεπτέμβρη, αν τα πράγματα δεν πάνε καλά στη Σλοβενία.
Συγχρόνως, όμως, δίνει και στον προπονητή τη δυνατότητα να μπει στη λογική της αρπαχτής. Ποιος θα μπορεί δηλαδή να κατηγορήσει τον Τρινκέρι αν μετά από δύο καλά χρόνια στην Εθνική (ή ακόμα και νωρίτερα, αν υπάρχει πράγματι αυτό το 1+1 στο συμβόλαιό του…), που θα τον έχουν βοηθήσει να φτιάξει ακόμα περισσότερο το όνομά του, την αφήσει στα κρύα του λουτρού για να αφοσιωθεί στις υποχρεώσεις του στο μεγάλο ευρωπαϊκό κλαμπ, όπου πιθανώς θα δουλεύει τότε; Αν πράγματι πιστεύεις στις δυνατότητες ενός προπονητή, πρέπει να του δώσεις χρόνο και στήριξη για να δουλέψει. Να μην τον αφήνεις να νιώθει ανά πάσα στιγμή επί ξύλου κρεμάμενος. Διότι έτσι η ομάδα δεν μπορεί να χτιστεί πάνω σε στέρεες βάσεις.
Και το περίεργο είναι πως η ΕΟΚ δεν είχε πάντα αυτό το σκεπτικό. Θυμίζουμε μόνο την περίπτωση του Παναγιώτη Γιαννάκη, που την πρώτη χρονιά της… επιστροφής του στην Εθνική ομάδα, το 2004, δεν πέτυχε. Η 5η θέση στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας θεωρήθηκε, έστω και συγκεκαλυμμένα, αποτυχία, παρ’ όλα αυτά η ομοσπονδία δεν τον καθαίρεσε. Και η εμπιστοσύνη της προς αυτόν ανταμείφθηκε με τις τεράστιες επιτυχίες της 4ετίας που ακολούθησε.
Το ίδιο έκαναν και οι Αμερικανοί, που δεν ήραν την εμπιστοσύνη τους στον Μάικ Σιζέφσκι μετά το πατατράκ του 2006 στην Ιαπωνία, αντιθέτως τον στήριξαν και έκτοτε δεν έχασαν ξανά. Το ίδιο έκαναν και οι Ρώσοι, που δεν έδιωξαν τον Μπλατ μετά την παταγώδη αποτυχία στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Πεκίνου, αλλά τον άφησαν να ολοκληρώσει το επιτυχημένο, όπως αποδείχθηκε, έργο του. Το ίδιο κάνουν όσοι θέλουν να φτιάξουν μια ανταγωνιστική και πετυχημένη Εθνική ομάδα. Αφήνουν τον προπονητή να δουλέψει για τουλάχιστον μια τετραετία και μετά κάνουν ταμείο.
Από το 2008 και μετά η ΕΟΚ έχει πάψει να ακολουθεί αυτό το μοντέλο και ακολουθεί μια πιο εφήμερη λογική, την οποία, όπως φαίνεται, εφαρμόζει και στην περίπτωση του Αντρέα Τρινκέρι. Με εξαίρεση το χάλκινο μετάλλιο στο Ευρωμπάσκετ του 2009 τα αποτελέσματα δυστυχώς δεν την έχουν δικαιώσει…
